Ένα ανοιξιάτικο βράδυ όταν όλοι είχαν πάει για ύπνο, λίγο έξω από την κοιλάδα των Μούμιν, εμφανίστηκε μια παράξενη σκιά κρατώντας μια ακτίνα πάγου. Σημάδεψε με αυτήν το έδαφος και πάτησε την σκανδάλη. Τότε, εκτοξεύθηκε μια γαλάζια λάμψη. Λίγο αργότερα, εμφανίστηκε ένα παγωμένο τείχος από σταλαγμίτες γύρω από την κοιλάδα δημιουργώντας ένα θόλο πάγου που δεν επέτρεπε σε τίποτα το φωτεινό να τον διαπεράσει. Όλα άρχισαν να παγώνουν και να χάνουν το χρώμα τους, ενώ η σκιά χανόταν στο σκοτάδι καγχάζοντας.
Το επόμενο πρωί, ο πολυμήχανος Μούμιν-Τρολλ, ξύπνησε νωρίς, ετοιμάστηκε και βγήκε έξω για τον συνηθισμένο του περίπατο, αντικρύζοντας ξαφνιασμένος όλη την κοιλάδα σκοτεινή και παγωμένη. Ξαναμπήκε στο σπίτι, φόρεσε το παλτό και τις μπότες του αποφασισμένος να περιπλανηθεί στην κοιλάδα για να ανακαλύψει τι συμβαίνει. Κοίταξε ψηλά και είδε το θόλο που εμπόδιζε τις ακτίνες του ήλιου να περάσουν για να λιώσουν τον πάγο. Συνεχίζοντας τη βόλτα του προς το ποτάμι, συνάντησε τους υπόλοιπους κατοίκους. Συνειδητοποίησε έντρομος ότι όχι μόνο εξαφανίστηκαν όλα τα χρώματα από τα λουλούδια και τα δέντρα, αλλά και ότι όλα τα πλάσματα της κοιλάδας είχαν γίνει μουντά και ίδια. Κανείς δεν ήθελε να γελάσει, να παίξει ή να διασκεδάσει. Όλοι κάθονταν δίπλα στο ποτάμι, που παρέμενε ακίνητο και θλιμμένο σαν αυτούς. Ο πάγος είχε αρπάξει τη μοναδικότητα από τις καρδιές τους.
Ο Μούμιν-Τρολλ κοίταζε το θέαμα εμβρόντητος. Ποτέ μέχρι τώρα δεν υπήρξε τόση σιωπή και μαυρίλα στην κοιλάδα. Τότε άκουσε πίσω του μια γλυκιά φωνή. Γύρισε και είδε ένα κορίτσι με όμορφα κόκκινα μαλλιά και κάτι παράξενες φακίδες στο πρόσωπο. Το μόνο πλάσμα γύρω του που είχε ακόμα τα χρώματα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. «Γεια σου, με λένε Πίπη Φακιδομύτη. Είδα μια σκιά να περνάει έξω από το σπίτι μου και σκέφτηκα ότι θα προκαλούσε μπελάδες. Έτσι την ακολούθησα και με έφερε μέχρι εδώ. Μα, αυτό το θέαμα είναι πολύ θλιβερό...», είπε το κορίτσι. Τότε ο Μούμιν-Τρολ της πρότεινε να τον βοηθήσει να σώσει την κοιλάδα, να την ξαναγεμίσει με χρώμα. Αυτή συμφώνησε με ενθουσιασμό.
Έτσι ξεκίνησαν αμέσως να ψάχνουν για στοιχεία. Έψαξαν από δω, έψαξαν από κει, αλλά μάταια. Ήταν έτοιμοι να τα παρατήσουν, όταν ανακάλυψαν ένα τριαντάφυλλο που ακόμη ήταν κόκκινο. Η Πίπη το έκοψε για να το σώσει από την παγωνιά. Μεμιάς τα χρώματα του λουλουδιού γλίστρησαν από αυτό και χτύπησαν με δύναμη το θόλο προκαλώντας μια ρωγμή. Έτσι κατάλαβαν τι έπρεπε να κάνουν! Να μαζέψουν αντικείμενα που είχαν ακόμα το χρώμα τους. Ψάχνοντας βρήκαν στις όχθες του ποταμού ένα καφέ βότσαλο, ένα άσπρο φύλλο και ένα μπλε φτερό. Όλα αυτά μαζί ενώθηκαν δημιουργώντας μια χρωματιστή λάμψη που χτύπησε ξανά το θόλο κάνοντάς τον χίλια κομμάτια. Τότε φάνηκε ξανά ο ήλιος ζεσταίνοντας την κοιλάδα, χαρίζοντάς της πάλι τα χρώματά και τις ζωηρές φωνές της.
Ο Μούμιν-Τρολ και η Πίπη αγκαλιάστηκαν χαρούμενοι μαζί με όλους τους άλλους κατοίκους της κοιλάδας, οι οποίοι απέκτησαν ξανά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Η μαμά Μούμιν αναφώνησε: «Καταφέρατε να σώσετε την κοιλάδα πιστεύοντας στον εαυτό σας!» και τους κέρασε δροσερή λεμονάδα.